Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2008

Αρχικα...

Το Κυπριακό πρόβλημα στην αρχική του μορφή εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση για εθνική αυτοδιάθεση των λαών που τελούσαν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας, σε συνδυασμό με τις γενικότερες ανακατατάξεις που επήλθαν στη Βαλκανική με την παρακμή και πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Κύπρος κατακτήθηκε απο τους Οθωμανούς στα 1571. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία για τακτικούς πολιτικούς λόγους της εποχής απο τη μια, και στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους για αποπληρωμή των δανείων (που είχε συνάψει το 1855 με την Αγγλία και τη Γαλλία) απο την άλλη, εκμίσθωσε το 1878 την Κύπρο στην Αγγλία. Η παραπάνω συμφωνία περιλάμβανε ετήσιο χρηματικό ποσό (σε στερλίνες της εποχής) το οποίο θα καταβάλλονταν απο τους Άγγλους στον σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, τότε ηγεμόνα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η ανάπτυξη βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή είχε σκοπό να αποθαρρύνει την περαιτέρω εισβολή της Ρωσίας στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο νησί κατοικουσαν δύο κοινότητες, η ελληνική και η τουρκική σε ποσοστό 80%-18% αντίστοιχα. Δεν ήταν γεωγραφικά χωρισμένες. Πριν την έναρξη των ενόπλων συγκρούσεων, από τα 619 χωριά, τα 393 ήταν αποκλειστικά ή κυρίως ελληνοκυπριακά, τα 120 τουρκοκυπριακά και τα 106 μικτά. Οι μεγάλες πόλεις ήταν μικτές με τις δύο κοινότητες να κατοικούν σε χωριστές συνοικίες. Η κάθε κοινότητα είχε τη γλώσσα και τη θρησκεία της, δικό της σύστημα εκπαίδευσης καθώς και δικό της Δίκαιο στους τομείς του Οικογενειακού και Κληρονομικού Δικαίου.

Οι Έλληνες της Κύπρου επιδίωκαν την απελευθέρωσή τους και την ένωσή τους με τη μητροπολιτική Ελλάδα, η οποία σιγά σιγά επεκτεινόταν, εντάσσοντας διαρκώς νέα εδάφη στον κορμό που ανεξαρτητοποιήθηκε μετά την Επανάσταση του 1821. Οι Τούρκοι από την άλλη, ενώ με τη Συνθήκη της Λωζάνης παραιτήθηκαν από κάθε αξίωση επί της Κύπρου, δεν ήθελαν να την δουν να ενώνεται με την Ελλάδα, όπως συνέβη με την Κρήτη μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Το παράδειγμα της Κρήτης, όπου η ελληνική πλειοψηφία κατάφερε πρώτα να ανεξαρτητοποιηθεί το 1898 και στη συνέχεια να προσαρτηθεί στην Ελλάδα το 1913, ενώ η τουρκική μειονότητα εκδιώχθηκε από τη νησί, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική της Τουρκίας στο ζήτημα της Κύπρου.

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

Λίθος Λουντ.

Η λίθος Λουντ είναι ένα μεγάλιθος στην κοινότητα Μπάουερ (Bower) του Κέιθνες (Caithness), στην περιοχή των Χάιλαντς (Highland) της Σκωτίας, περίπου έξι χιλιόμετρα νότια του Καστλτάουν (Castletown).

Η λίθος είχε θεωρηθεί πως ήταν η ταφική πλάκα του Ljot, δούκα του Νορβηγικού Όρκνεϊ του 10ου αιώνα. Με ύψος όμως τριών μέτρων, μοιάζει ψηλότερο από κάθε τι άλλο πιθανόν να χρησιμοποιούσαν οι Νορβηγοί του δέκατου αιώνα. Είναι μία από τις πιο εντυπωσιακές όρθιες λίθους του Κέιθνες, ενώ ο όγκος και το μέγεθός του είναι συγκρίσιμα με αυτά των λίθων του κύκλου του Μπρόντγκαρ στο Όρκνεϊ.

Περίπου 30 μέτρα από τη λίθο Λουντ βρίσκεται πεσμένη μία δεύτερη πέτρα η οποία, όταν ήταν όρθια, θεωρείται πως βρισκόταν πίσω της, κοιτάζοντας προς την κατεύθυνση της δύσης του ήλιου του θερινού ηλιοστασίου του Βορείου ημισφαιρίου. Στο βιβλίο «The Standing Stones of Caithness» (2003) ο Leslie J. Myatt υπολογίζει την ευθυγράμμιση, από την πεσμένη πέτρα μέχρι την λίθο Λουντ, στις 322 μοίρες. Αυτή η ευθυγράμμιση φαίνεται να προτείνει μία δύση του θερινού ηλιοστασίου που είναι βορειότερα από ότι θα έπρεπε σε αυτό το γεωγραφικό πλάτος. Όμως με υψόμετρο 75 μέτρων οι πέτρες βρίσκονται ψηλότερα σε σχέση με τον ορίζοντα του Ατλαντικού που βρίσκεται σε αυτή την κατεύθυνση. Η ευθυγράμμιση των δύο λίθων διαφέρει από αυτή του ταφικού μνημείου του Maeshowe, το οποίο κτίστηκε έτσι ώστε το φως του ήλιου να διεισδύει στον τύμβο κατά την διάρκεια της δύσης του ήλιου του χειμερινού ηλιοστασίου.

Το όνομα του Ljot είναι πολύ κοντά σε αυτό του Λοτ ή Loth (Lot ή Loth), του μυστικιστικού βασιλιά του Όρκνεϊ και του Λόθιαν (Lothian), στον Αρθουριανό θρύλο, ενώ στο «Κέλτικοι Μύθοι και Θρύλοι» ο Τσάρλς Σκούιρ αναγνωρίζει τον Lot ως ενσάρκωση ενός βρετανικού Θεού γνωστού στον μεσαιωνικό Ουαλικό μύθο ως Lludd Llaw Eraint. Οι σύγχρονοι μελετητές είναι πιο σκεπτικοί με αυτή τη σύνδεση.

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2007

Οι σχέσεις

Οι σχέσεις Ελλάδας και Κύπρου μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 στην Αθήνα χειροτέρευαν διαρκώς. Οι Συνταγματάρχες παρενέβαιναν απροκάλυπτα στην πολιτική ζωή της Κύπρου πιέζοντας τον Μακάριο να αλλάξει τους Υπουργούς του, να σχηματίσει κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή και να παραιτηθεί.


Με την επιβολή

Με την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο, καθώς η πολιτική του Προέδρου Μακαρίου κάθε άλλο παρά ευθυγραμμιζόταν με τις επιδιώξεις της κυβέρνησης των Αθηνών. Ταυτόχρονα στο εσωτερικό της χώρας ο Μακάριος στηριζόταν από το ΑΚΕΛ, το οποίο ως κομμουνιστικό κόμμα δεν επιθυμούσε την ένωση με την Ελλάδα, φοβούμενο το αντικομμουνιστικό μένος των Συνταγματαρχών.

Technorati Profile

Πρώτος Πρόεδρος

Πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξελέγη ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και αντιπρόεδρος ο Φαζίλ Κιουτσούκ, ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Το πολίτευμα που προέβλεπαν οι Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου ήταν ιδιαίτερα δύσκαμπτο και στηριζόταν σε συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ο Πρόεδρος θα ήταν Ελληνοκύπριος, ενώ ο Αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος με δικαίωμα βέτο στη νομοθετική εξουσία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Και η Βουλή των Αντιπροσώπων απαρτιζόταν από μέλη και των δύο κοινοτήτων κατά ποσόστωση. Δεν άργησαν να έρθουν τα πρώτα αδιέξοδα σχετικά με την εξωτερική πολιτική, την οργάνωση κυπριακού στρατού, την εκπαίδευση και τα οικονομικά.

Η Μεγάλη Βρετανία

Η Μεγάλη Βρετανία από την πλευρά της, θέλοντας να δείξει πως μόνο με την κυριαρχία της στο νησί μπορούσαν να ζήσουν οι δύο κοινότητες ειρηνικά, δεν έβλεπε θετικά ούτε το ενιαίο ανεξάρτητο κράτος ούτε τη διχοτόμηση σε δύο ανεξάρτητα κράτη (ή κράτη που θα ενώνονταν με τις μητροπολιτικές χώρες των κοινοτήτων τους). Οι ΗΠΑ τέλος έβλεπαν με καχυποψία ένα νέο ανεξάρτητο κράτος στην Ανατολική Μεσόγειο, που έφευγε από την κυριαρχία μιας χώρας του ΝΑΤΟ και μπορούσε να προσχωρήσει στο Κίνημα των Αδεσμεύτων ή ακόμα και στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης.

Παρά την ανεξαρτησία δεν διαλύθηκαν οι ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές ένοπλες ομάδες, οι οποίες συνέχισαν τη δράση τους.

Τελικά οι Βρετανοί

Τελικά οι Βρετανοί ενέδωσαν στον ελληνοκυπριακό αγώνα και συναίνεσαν στη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Το 1959 υπεγράφησαν μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας, ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας οι Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες ιδρυόταν ανεξάρτητο κράτος, η Κυπριακή Δημοκρατία. Οι Συνθήκες τέθηκαν σε ισχύ στις 16 Αυγούστου 1960. Η μεγάλη μερίδα της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας θεώρησε αυτή την εξέλιξη ως ένα οδυνηρό συμβιβασμό, που δεν ικανοποιούσε τους εθνικούς της πόθους και το αίτημα για αυτοδιάθεση και ένωση. Οι περισσότεροι έβλεπαν στην ανεξαρτησία ένα μεταβατικό στάδιο προς την πλήρη ένωση με την Ελλάδα. Και η τουρκοκυπριακή ηγεσία συνέχισε να προωθεί τα αρχικά της σχέδια, που ήταν ο πλήρης διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων, η διχοτόμηση της Κύπρου και η ίδρυση ανεξάρτητου τουρκοκυπριακού κράτους (ή κράτους που θα μπορούσε στη συνέχεια να ενωθεί με την Τουρκία). Προς την κατεύθυνση αυτή εκμεταλλευόταν τα προνόμια που της έδιναν οι συνθήκες για να παρεμποδίζει τη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Ο σκοπός ήταν να φανεί ότι το ενιαίο κράτος δύο εθνικών κοινοτήτων δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Έτσι, η ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ανταποκρινόταν στα αιτήματα καμιάς από τις δύο εθνικές κοινότητες και υποσκάπτονταν και από τις δύο.

Ένοπλοι Ελληνοκύπριοι

Ένοπλοι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι συγκρούονταν κατ'επανάληψιν με νεκρούς και από τις δύο πλευρές. Το γενικό επιτελείο του τουρκικού στρατού δημιούργησε την οργάνωση ΤΜΤ με αξιωματικούς και όπλα του τουρκικού στρατού και Τουρκοκύπριους εθελοντές. Ένοπλοι Τουρκοκύπριοι σκότωσαν στο Κιόνελι το 1958 οκτώ ελληνοκύπριους εργάτες. Η ΕΟΚΑ κατά τη διάρκεια της δράσης της προχώρησε, εκτός από το σαμποτάζ κατά των Βρετανών, και σε εκτελέσεις Τουρκοκυπρίων (μεταξύ αυτών και Κοινοταρχών για παραδειγματισμό), αλλά και Ελληνοκυπρίων οπαδών του ΑΚΕΛ και συνδικαλιστών, επειδή επεδίωκαν απλά την αυτοδιάθεση και όχι την Ένωση με την Ελλάδα.

Οι Βρετανοί ενοχλημένοι από τη δράση της εκκλησίας εξόρισαν στις 9 Μαρτίου 1956 τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό στις Σεϋχέλλες για έναν χρόνο. Κατόπιν τους επετράπη να φύγουν από τις Σεϋχέλλες, όχι όμως και να γυρίσουν στην Κύπρο.

ένοπλος αγώνας

Το 1955 ξεκίνησε ένοπλος αγώνας κατά της Βρετανικής Κατοχής του νησιού από τους ελληνοκύπριους κατοίκους υπό την ηγεσία της οργάνωσης ΕΟΚΑ με αρχηγό τον Κύπριο απόστρατο αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού Γεώργιο Γρίβα ή «Διγενή», η οποία έθετε ως στόχο την ενσωμάτωση της Κύπρου στο ελληνικό κράτος («Ένωσις»). Οι Τουρκοκύπριοι, μην επιθυμώντας την Ένωση του νησιού με την Ελλάδα, τάχθηκαν κατά της ανεξαρτησίας-ένωσης και συντάχθηκαν με τους Άγγλους. Η βρετανική πολιτική εκμεταλλεύτηκε το γεγονός και επιδίωξε την εμπλοκή στο ζήτημα του τουρκικού παράγοντα ο οποίος, επικαλούμενος την προστασία της τουρκοκυπριακής μειονότητας, επέτυχε να καταστεί ισότιμος συνομιλητής για τη διευθέτηση του προβλήματος. Όταν άρχισε να διαγράφεται η πιθανότητα ανεξαρτητοποίησης του νησιού από τους Άγγλους, το τουρκοκυπριακό αίτημα ήταν η διαίρεση του νησιού σε δύο κράτη («taksim»).

τα οθωμανικά χρόνια

Ήδη από τα οθωμανικά χρόνια ο Αρχιεπίσκοπος της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου ήταν διοικητικά και Εθνάρχης των Ελληνοκυπρίων. Τον ρόλο του πνευματικού ηγέτη του Ελληνισμού της Κύπρου τον διατήρησε και επί Αγγλοκρατίας, παρά την κατάργηση του οθωμανικού συστήματος των millet (διοίκησης κατά έθνη). Πάγιο αίτημα όλων των Αρχιεπισκόπων Κύπρου ήταν επίσης η Ένωση με την Ελλάδα. Το αίτημα αυτό το καθιστούσαν σαφές στους εκάστοτε Βρετανούς Κυβερνήτες και το κήρυτταν στις εκκλησίες.

Το 1914 η Μεγάλη Βρετανία προσέφερε την Κύπρο στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα, στην περίπτωση που η Ελλάδα θα λάμβανε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Α΄ όμως προτίμησε να κρατήσει ουδέτερη στάση και αρνήθηκε την προσφορά.

Οι Άγγλοι είχαν συστήσει στην Κύπρο νομοθετικό συμβούλιο, αποτελούμενο από αντιπροσώπους των Ελληνοκυπρίων, των Τουρκοκυπρίων και δικούς τους σε τέτοια αναλογία, ώστε οι ψήφοι Τουρκοκυπρίων και Άγγλων να ισούνται με αυτές των Ελληνοκυπρίων. Το 1931 οι Ελληνοκύπριοι αντιπρόσωποι με τη συνδρομή ενός Τουρκοκύπριου αντιπροσώπου καταψήφισαν ένα φορολογικό νομοσχέδιο. Όταν τον Οκτώβριο του 1931 ο Βρετανός Κυβερνήτης προσπάθησε παρ' όλα αυτά να το εφαρμόσει, ξέσπασαν εκτεταμένες ταραχές, κατά τις οποίες οι Ελληνοκύπριοι ζητούσαν Ένωση με την Ελλάδα.

Το 1948 εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου ο Μακάριος. Τον Ιανουάριο του 1950 ως προϊστάμενος του Γραφείου Εθναρχίας της Αρχιεπισκοπής Κύπρου οργάνωσε στις εκκλησίες φανερό δημοψήφισμα με τη μορφή της συλλογής υπογραφών, στο οποίο το 97,5% των Ελληνοκυπρίων τάχθηκε υπέρ της Ένωσης. Το ίδιο έτος εξελέγη ο ίδιος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου.

αρχική του μορφή

Το Κυπριακό πρόβλημα στην αρχική του μορφή εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση για εθνική αυτοδιάθεση των λαών που τελούσαν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας, σε συνδυασμό με τις γενικότερες ανακατατάξεις που επήλθαν στη Βαλκανική με την παρακμή και πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Κύπρος κατακτήθηκε απο τους Οθωμανούς στα 1571. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία για τακτικούς πολιτικούς λόγους της εποχής απο τη μια, και στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους για αποπληρωμή των δανείων (που είχε συνάψει το 1855 με την Αγγλία και τη Γαλλία) απο την άλλη, εκμίσθωσε το 1878 την Κύπρο στην Αγγλία. Η παραπάνω συμφωνία περιλάμβανε ετήσιο χρηματικό ποσό (σε στερλίνες της εποχής) το οποίο θα καταβάλλονταν απο τους Άγγλους στον σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, τότε ηγεμόνα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η ανάπτυξη βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή είχε σκοπό να αποθαρρύνει την περαιτέρω εισβολή της Ρωσίας στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο νησί κατοικουσαν δύο κοινότητες, η ελληνική και η τουρκική σε ποσοστό 80%-18% αντίστοιχα. Δεν ήταν γεωγραφικά χωρισμένες. Πριν την έναρξη των ενόπλων συγκρούσεων, από τα 619 χωριά, τα 393 ήταν αποκλειστικά ή κυρίως ελληνοκυπριακά, τα 120 τουρκοκυπριακά και τα 106 μικτά. Οι μεγάλες πόλεις ήταν μικτές με τις δύο κοινότητες να κατοικούν σε χωριστές συνοικίες. Η κάθε κοινότητα είχε τη γλώσσα και τη θρησκεία της, δικό της σύστημα εκπαίδευσης καθώς και δικό της Δίκαιο στους τομείς του Οικογενειακού και Κληρονομικού Δικαίου.

Οι Έλληνες της Κύπρου επιδίωκαν την απελευθέρωσή τους και την ένωσή τους με τη μητροπολιτική Ελλάδα, η οποία σιγά σιγά επεκτεινόταν, εντάσσοντας διαρκώς νέα εδάφη στον κορμό που ανεξαρτητοποιήθηκε μετά την Επανάσταση του 1821. Οι Τούρκοι από την άλλη, ενώ με τη Συνθήκη της Λωζάνης παραιτήθηκαν από κάθε αξίωση επί της Κύπρου, δεν ήθελαν να την δουν να ενώνεται με την Ελλάδα, όπως συνέβη με την Κρήτη μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Το παράδειγμα της Κρήτης, όπου η ελληνική πλειοψηφία κατάφερε πρώτα να ανεξαρτητοποιηθεί το 1898 και στη συνέχεια να προσαρτηθεί στην Ελλάδα το 1913, ενώ η τουρκική μειονότητα εκδιώχθηκε από τη νησί, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική της Τουρκίας στο ζήτημα της Κύπρου.

Κυπριακό πρόβλημα.

Με τον όρο Κυπριακό πρόβλημα ονομάζεται στη σύγχρονη Ιστορία και Διπλωματία το σύνολο των ζητημάτων που προέκυψαν αρχικά από τον αγώνα των κατοίκων της Κύπρου για αυτοδιάθεση και αποτίναξη του βρετανικού αποικιακού καθεστώτος και στη συνέχεια από την εσωτερική διαμάχη ανάμεσα στην ελληνική και τουρκική εθνική κοινότητα του νησιού. Αντικείμενο της διαμάχης υπήρξε ο ρόλος κάθε μιας από τις δύο εθνικές κοινότητες στο νέο κράτος, η διανομή της εξουσίας μεταξύ τους, και οι σχέσεις του νέου κράτους με τις μητροπολιτικές χώρες των δύο κοινοτήτων, την Ελλάδα και την Τουρκία. Το πρόβλημα είναι σήμερα διεθνές και συνίσταται στην κατοχή από την Τουρκία του βόρειου τμήματος της ανεξάρτητης και διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας, με σκοπό την αναγνώριση του κατεχόμενου εδάφους ως ανεξάρτητου τουρκοκυπριακού κράτους.

Το Κυπριακό πρόβλημα είναι πολύπλοκο, χρονολογείται από τις αρχές του 20ου αιώνα και οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, που μεταβάλλονταν κατά την μακρόχρονή του πορεία. Μεταξύ των παραγόντων οι πιο σημαντικοί είναι η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο κοινοτήτων του νησιού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά και η γεωστρατηγική θέση του νησιού («αβύθιστο αεροπλανοφόρο» στην Ανατολική Μεσόγειο), η οποία εξυπηρετούσε τα συμφέροντα ξένων δυνάμεων, κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, στη Μέση Ανατολή, χωρίς να παραβλέπεται το ενδιαφέρον που είχε επιδείξει κατά καιρούς η Σοβιετική Ένωση.